Εξάρθρημα ώμου- Αστάθεια


Η άρθρωση του ώμου έχει τη μεγαλύτερη κινητικότητα στο ανθρώπινο σώμα, μιας και επιτρέπει στο άνω άκρο να κινείται σε διάφορες κατευθύνσεις, σε βάρος της σταθερότητά της. Ο ώμος σταθεροποιείται τόσο από στατικούς (οστά, θύλακος, επιχείλιος χόνδρος), όσο και από δυναμικούς (μύες ώμου, τένοντας δικεφάλου) σταθεροποιητικούς παράγοντες. Η αστάθεια του ώμου εμφανίζεται τόσο σε άνδρες όσο και σε γυναίκες, με μεγαλύτερη συχνότητα στους άνδρες λόγω έντονης σωματικής δραστηριότητας και έχει μεγαλύτερη επίπτωση σε ηλικίες 20 -30 ετών.

Ποιες είναι οι αιτίες της αστάθειας?


Στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων η αιτία είναι τραυματικό εξάρθρημα του ώμου λόγω πτώσης ή σύγκρουσης για παράδειγμα στον αθλητισμό. Στις περιπτώσεις τραυματικού εξαρθρήματος στο 90% των περιπτώσεων είναι πρόσθιο και συνοδεύεται από βλάβες στα μαλακά μόρια που διαταράσσουν τη σταθερότητα του ώμου. Επίσης, αιτία αστάθειας είναι η γενικευμένη χαλαρότητα των συνδέσμων που οφείλεται είτε σε παθολογικά σύνδρομα (π.χ. Marfan), είτε σε επαναλαμβανόμενες κίνησεις κατά τη διενέργεια μιας άσκησης, όπως στην κολύμβηση, στον ακοντισμό και στο βόλεϊ.

Ποια είναι τα πιο συνήθη συμπτώματα της αστάθειας?


Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οι ασθενείς νιώθουν πόνο στο τραυματισμένο σημείο, επίμονη αίσθηση χαλάρωσης και ότι το χέρι δεν είναι σταθερό σε απλές καθημερινές δραστηριότητες. Σε σημαντικό ποσοστό παρατηρούνται καθ΄έξιν εξαρθρήματα, δηλαδή περισσότερα από 3 επεισόδια σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Ποιες βλάβες δημιουργούνται κατά το εξάρθρημα?


Κατά την εξάρθρωση του ώμου οι πιο συνηθισμένες βλάβες που προκαλούνται είναι η ρήξη του επιχείλιου χόνδρου της ωμογλήνης (Βλάβη Bankart), κάταγμα του άκρου της ωμογλήνης (κάταγμα Bankart) και εμπιεστικό κάταγμα της βραχιόνιας καφαλής (βλάβη Hill- Sachs). Επίσης, μπορεί να προσκληθούν βλάβες στο τενόντιο πέταλο του ώμου καθώς και τραυματισμός νεύρων (συχνότερα του μασχαλιαίου νεύρου).

Πώς γίνεται η διάγνωση της αστάθειας?


Το πιο σημαντικό βήμα στη διερεύνηση της αστάθειας είναι η λήψη λεπτομερούς ιστορικού και η ενδελεχής κλινική εξέταση του ασθενούς. Στη συνέχεια ο πάσχων υποβάλλεται σε απεικονιστικό έλεγχο (απλή ακτινογραφία ώμου και μαγνητική τομογραφία) όπου αναγνωρίζονται οι βλάβες στα μαλακά μόρια της άρθρωσης που καθορίζουν το είδος της θεραπείας.

Γιατί η αντιμετώπιση της αστάθειας είναι απαραίτητη?


Eάν δεν αντιμετωπιστεί σωστά το πρώτο εξάρθρημα ώμου τότε σε μεγάλο ποσοστό εμφανίζεται υποτροπιάζουσα αστάθεια, πόνος και δυσκολία χρήσης του άκρου σε καθημερινές δραστηριότητες. Οι ασθενείς νιώθουν πάντα ανασφάλεια και αποφεύγουν τις αθλητικές δραστηριότητες μιας και έχουν την αίσθηση ότι “θα βγει ο ώμος τους”. Κατά συνέπεια μετά την εκδήλωση του εξαρθήματος απαιτείται σωστή ακινητοποίηση του άνω άκρου, αντιφλεγμονώδης αγωγή και έναρξη πρωτοκόλλου φυσικοθεραπείας. Σε αντίθετη περίπτωση τα ποσοστό υποτροπής ξεπερνά το 90% σε νέες ηλικίες (20-25 ετών). Στους ασθενείς με γενικευμένη αστάθεια έχει απόλυτη ένδειξη η χειρουργική αποκατάσταση. Το είδος της τεχνικής που θα επιλεγεί εξατομικεύεται σε κάθε ασθενή ανάλογα με το είδος της βλάβξης των σταθεροποιητικών στοιχείων του ώμου.

Ειδικότερα:
Α. Σε διαταραχές μόνο του επιχείλιου χόνδρου και των συνδέσμων γίνεται με αρθροσκοπική τεχνική συρραφή και επανακαθήλωσή τους με ειδικά συστήματα ραμμάτων (διοστικές άγκυρες). Η επέμβαση είναι γρήγορη, ασφαλής, χωρίς να απαιτείται νοσηλεία του ασθενούς και εν συνεχεία απαιτείται περίοδος εξατομικευμένης αποκατάστασης με προοδευτική φυσικοθεραπεία.
Β. Όταν αιτίας της αστάθειας είναι μεγάλο οστικό έλλειμμα της ωμογλήνης ή σε αποτυχία προηγούμενου χειρουργείου τότε έχει ένδειξη επέμβαση αποκατάστασης του οστικού ελλείμματος με χρήση μοσχεύματος της κορακοειδούς απόφυσης (επέμβαση Latarjet). Η περίοδος αποκατάστασης είναι όμοια με την αρθροσκοπική τεχνική, ωστόσο τα ποσοστά υποτροπής είναι πολύ μικρότερα.