Τενοντίτιδα μακράς κεφαλής δικεφάλου βραχιονίου


Ο δικέφαλος βραχιόνιος είναι ένας ισχυρός μύς που εκφύεται από την περιοχή του ώμου και όταν συσπάται έχει ως στόχο την κάμψη του αγκώνα και τον υπτιασμό του αντιβραχίου. Καθώς ο αγκώνας κάμπτεται ο τένοντας του δικεφάλου ολισθαίνει στην “αύλακα του δικεφάλου” στην πρόσθια επιφάνεια του ώμου με αποτέλεσμα σε επαναλαμβανόμενες συνεχείς κινήσεις στην εργασία (χειρωνάκτες) ή σε αθλητικές δραστηριότητες να φθείρεται.

Όταν ο τραυματισμός είναι αποτέλεσμα υπέρχρησης και επαναλαμβανόμενων κινήσεων τότε λέγεται τενοντίτιδα του δικεφάλου, ενώ σε παραμελημένες περιπτώσεις η φθορά μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη ρήξη αυτού.

Ποια είναι τα συμπτώματα της πάθησης?


Στους ασθενείς με τενοντίτιδα δικεφάλου στον ώμο εκδηλώνεται οξύς πόνος στην πρόσθια επιφάνεια του ώμου που επιδεινώνεται με τις κινήσεις κάμψης του αγκώνα. Επιπλέον, η περιοχή που ο τένοντας ολισθαίνει στην αύλακα είναι ευαίσθητη στην ψηλάφηση. Στις περιπτώσεις που ο ασθενής υφίσταται κεντρική ρήξη του τένοντα τότε είναι διακριτό ένα μόρφωμα στη μάζα του μυός (“pop eye sign”)

Πώς γίνεται η διάγνωση της τενοντίτιδας του δικεφάλου?


Η διάγνωση της παθολογίας είναι κλινική και βασίζεται στη λεπτομερή κλινική εξέταση του ασθενούς. Επιπρόσθετα, σημαντικός είναι ο ρόλος της μαγνητικής τομογραφίας όπου δίνει λεπτομερείς πληροφορίες για το βαθμό φθοράς του τένοντος. Εναλλακτικά, η χρήση υπερήχου προσφέρει σημαντική βοήθεια στον έλεγχο του πάσχοντος.

Ποιες είναι οι θεραπευτικές επιλογές?


Η διάγνωση της πάθησης γίνεται κλινικά με λεπτομερή εξέταση του ασθενούς καθώς επίσης και με τη χρήση απλής ακτινογραφίας ώμου όπου αναγνωρίζεται η ελάττωση του διαστήματος μεταξύ ακρωμίου και κεφαλής βραχιονίου. Η χρήση της μαγνητικής τομογραφίας ώμου είναι συμπληρωματική για να εκτιμηθούν τα υπόλοιπα στοιχεία της άρθρωσης όπως για παράδειγμα η κατάσταση των τενόντων. Στα αρχικά στάδια της νόσου συστήνεται αντιφλεγμονώδης φαρμακευτική αγωγή, ασκήσεις ενδυνάμωσης και σε κάποιες περιπτώσεις έγχυση κορτικοστεροειδούς (κορτιζόνης) σε συνδυασμό με αναισθηστικό πέριξ της αύλακας.

Σε υποτροπιάζουσες εμμένουσες περιπτώσεις για οριστική θεραπεία έχει ένδειξη η χειρουργική αντιμετώπιση. Ειδικότερα, προτιμάται η αρθροσκοπική τεχνική όπου γίνεται καθαρισμός του παθολογικού ιστού και στη συνέχεια μπορεί να γίνει τενοντοτομή (διατομή του τένοντος) ή τενοντόδεση (επανακαθήλωση του τένοντα στο βραχιόνιο οστό). Η αρθροσκόπική αποκατάσταση αποτελεί μια επέμβαση σύντομη, χωρίς μετεγχειρητικό πόνο με σύντομη περίοδο αποκατάστασης και πλήρη απαλλαγή από τα ενοχλήματα του ασθενούς.